ποτίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ποτίζω < αρχαία ελληνική ποτίζω
[
]
Ρήμα
ποτίζω, παρατ.: πότιζα, στιγμ. μέλλ.: θα ποτίσω, αόρ.: πότισα , παθ.φωνή: ποτίζομαι , μτχ.π.π.: ποτισμένος
- (μεταβατικό)ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά
- τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;
- ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι
- αρδεύω
- είχαν εξελιγμένο σύστημα από αυλάκια για να ποτίζουν τα χωράφια τους
- (μεταβατικό) δίνω νερό σε ζώα για να πιούν
- (μεταβατικό) δίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο
- τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;
- (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές
- σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι
- (μεταβατικό) εμποτίζω
- έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη)
- (αμετάβατο) εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι
- αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει
- (μεταβατικό) διαποτίζω
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ποτίζω
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- ποτίζω < πότος
[
]
Ρήμα
ποτίζω, μέλλ.: ποτιῶ
- δίνω σε κάποιον να πιει
- ποτίζω