που
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- που < → Η ετυμολογία λείπει.
Μόριο [
]
που
- αναφορικό· αντικαθιστά στο λόγο όλες τις κλιτές μορφές της αντωνυμίας ο οποίος
- ο άνθρωπος που (=τον οποίο) είδα στο δρόμο ήταν ένας παλιός μου φίλος
- τα παιδιά που (=τα οποία) με χαιρέτησαν ήταν παλιοί μαθητές μου
- ως ειδικός σύνδεσμος
- με ξάφνιασε που (=το ότι) σε είδα έτσι ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια
- ως αιτιολογικός (αποτελεσματικός) σύνδεσμος
- χαίρομαι που (=διότι) σε βλέπω ξανά