πουθενά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πουθενά < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίρρημα [
]
πουθενά
- σε κανέναν τόπο (στάση)
- έψαξα παντού, αλλά δεν σε βρήκα πουθενά
- σε κανέναν τόπο (κατεύθυνση)
- δε θα πάμε πουθενά φέτος για διακοπές
- κάπου (αόριστα, σε ερωτήσεις)
- θα πάτε πουθενά φέτος τα Χριστούγεννα;
Μεταφράσεις [
]
αόριστο τοπικό επίρρημα
|
→ δείτε τη λέξη: κάπου |
Ουσιαστικό [
]
πουθενά ουδέτερο άκλιτο
- συναντάται στις φράσεις:
- ήρθε από το πουθενά: εμφανίστηκε ξαφνικά, ως διά μαγείας
- στη μέση του πουθενά