πουλάδα
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πουλάδα | πουλάδες |
| γενική | πουλάδας | πουλάδων |
| αιτιατική | πουλάδα | πουλάδες |
| κλητική | πουλάδα | πουλάδες |
Πουλάδα είναι η νεαρή θηλυκή κότα.Πουλάδα λέγεται επίσης και το κλασικό στρατιωτικό πείραγμα (με στόχο κυρίως νέους), που αφορά στο σήκωμα του στρώματος του κρεβατιού από τη μία μεριά απότομα, ενώ το θύμα κοιμάται, με αποτέλεσμα την άσχημη και επίπονη καμιά φορά πτώση του στο έδαφος (=απονομή πουλάδας). Όταν γινόταν στο πάνω κρεβάτι, λεγόταν και αστεροπουλάδα (λογω ύψους, μεγαλύτερος βαθμός & παράσημο).
[
]
Ουσιαστικό
πουλάδα θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
πουλάδα