πούλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : -πουλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πούλος < πουλί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πούλος αρσενικό

  • (χυδαίο) το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο

Εκφράσεις[]

  • τον πούλο: φύγε, παράτα μας
  • στον πούλο μου!: δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει· παράτα με ήσυχο!

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Η λέξη δεν πρέπει να συγχέεται με την κατάληξη -πουλος που συναντάμε σε επώνυμα και υποκοριστικά ούτε με το ομώνυμο επίθετο (επώνυμο).

32πχ Μεταφράσεις[]