πούλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πούλος < πουλί

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πούλος αρσενικό

  • (χυδαίο) το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο

[] Εκφράσεις

  • στον πούλο μου!: δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει· παράτα με ήσυχο!

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη