πούλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πούλος < πουλί
[
]
Ουσιαστικό
πούλος αρσενικό
- (χυδαίο) το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο
[
] Εκφράσεις
- στον πούλο μου!: δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει· παράτα με ήσυχο!
[
]
Μεταφράσεις
πούλος
|
→ δείτε τη λέξη: πούτσα |