πούπουλα
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού
πούπουλα
- πούπουλο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού