πούπουλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πούπουλο | πούπουλα |
| γενική | πούπουλου | πούπουλων |
| αιτιατική | πούπουλο | πούπουλα |
| κλητική | πούπουλο | πούπουλα |
Ετυμολογία [
]
- πούπουλο < βενετικό pupola, (το πτηνό) μπούφος
Ουσιαστικό [
]
πούπουλο ουδέτερο
- καθένα από τα μικρά χνουδωτά φτερά ενός πουλιού
- το μαξιλάρι σχίστηκε και βγαίνουν τα πούπουλα
- (μεταφορικά) ελαφρύς
- (συνεκδοχικά) ψυχικά ήρεμος
- αισθάνομαι πούπουλο
[
]
Σύνθετα [
]
Συνώνυμα [
]
ελαφρύς
Αντώνυμα [
]
ελαφρύς