πούπουλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πούπουλο πούπουλα
γενική πούπουλου πούπουλων
αιτιατική πούπουλο πούπουλα
κλητική πούπουλο πούπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πούπουλο < βενετικό pupola, (το πτηνό) μπούφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πούπουλο ουδέτερο

  1. καθένα από τα μικρά χνουδωτά φτερά ενός πουλιού
    το μαξιλάρι σχίστηκε και βγαίνουν τα πούπουλα
  2. (μεταφορικά) ελαφρύς
  3. (συνεκδοχικά) ψυχικά ήρεμος
    αισθάνομαι πούπουλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

ελαφρύς

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

ελαφρύς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]