πούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική πούς πόδε πόδες
Γενική ποδός ποδοῖν ποδῶν
Δοτική ποδί ποδοῖν ποσί(ν)
Αιτιατική πόδ πόδε πόδᾰς
Κλητική πούς πόδε πόδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πούς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

πούς αρσενικό

  1. πόδι, το μέρος του σώματος
  2. (ποίηση) μετρικό πόδι
  3. μονάδα μέτρησης μήκους