πούσι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πούσι | πούσια |
| γενική | πουσιού | πουσιών |
| αιτιατική | πούσι | πούσια |
| κλητική | πούσι | πούσια |
Ετυμολογία [
]
- πούσι < τουρκική pus
Ουσιαστικό [
]
πούσι ουδέτερο
- αχλή, καταχνιά, ομίχλη
- οι ξερές πευκοβελόνες
Μεταφράσεις [
]
πούσι