πούσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πούσι πούσια
γενική πουσιού πουσιών
αιτιατική πούσι πούσια
κλητική πούσι πούσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πούσι < τουρκική pus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πούσι ουδέτερο

  1. αχλή, καταχνιά, ομίχλη
    Έπεσε το πούσι αποβραδίς, / το καραβοφάναρο χαμένο, / κ' έφτασες χωρίς να σε προσμένω / μες στην τιμονιέρα να με δεις. (Νίκος Καββαδίας, Το πούσι)
  2. οι ξερές πευκοβελόνες
    Στην Ελλάδα όμως, με τις πιο μεγάλες και πλούσιες εκτάσεις που έχουμε, τα φύλλα που πέφτουν κάτω, όπως το πούσι παραδείγματος χάριν του πεύκου, είναι πολλά και αν πέσει μια καψαλήθρα ή αν κάποιος πετάξει ένα τσιγάρο αρπάζει όλο το δάσος. (*)

32πχ Μεταφράσεις[]