πούτσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αβέβαιης ετυμολογίας
- από τη γερμανοεβραϊκή פּוץ, (putz)
- ή από την αρχαία ελληνική πόσθη
- ή από τη σλαβική butsa (εξόγκωμα, προεξοχή)
[
]
Ουσιαστικό
πούτσα θηλυκό
- (χυδαίο) το πέος
- το μυαλό του το έχει στην πούτσα του
- (αργκό) η ήττα, ο εξευτελισμός
- φάγατε μεγάλη πούτσα χθες
[
] Εκφράσεις
- πετάγομαι σαν πούτσα: παρεμβαίνω και διακόπτω ενοχλητικά μια συζήτηση
- πούτσες μπλε: ψέματα ή ανοησίες
- ρίχνω (μια) πούτσα: συνουσιάζομαι στα γρήγορα
- (γράφω) στην πούτσα μου: αδιαφορώ πλήρως
- (τρώω) χοντρή πούτσα: δυσκολεύομαι, « τα βρίσκω σκούρα »
- στην πούτσα μου ή στη μπούτσα μου (τα έχω/τα γράφω): αδιαφορώ, δεν ευαισθητοποιούμαι
- της πούτσας τον χαβά: « αυτός το βιολί του »
- την πουτσίσαμε: « την πατήσαμε ή αλλιώς την κάτσαμε »
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
πούτσα
|
|