πούτσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αβέβαιης ετυμολογίας
- από το τουρκικό puç
- ή από το βουλγαρικό putz
- ή από το ιταλικό puzzo
- ή από την αρχαία ελληνική πόσθη
Ουσιαστικό
πούτσα θηλυκό
- (χυδαίο) το πέος
- το μυαλό του το έχει στην πούτσα του
- (αργκό) η ήττα, ο εξευτελισμός
- φάγατε μεγάλη πούτσα χθες
Εκφράσεις
- πετάγομαι σαν την πούτσα: παρεμβαίνω και διακόπτω ενοχλητικά μια συζήτηση
- πούτσες μπλε: ψέματα ή ανοησίες
- ρίχνω (μια) πούτσα: γαμώ
- στην πούτσα μου/στην καραπουτσακλάρα μου: αδιαφορώ πλήρως
- τρώω χοντρή πούτσα: δυσκολεύομαι, τα βρίσκω σκούρα
Συνώνυμα
Ταυτόσημο
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
|
|