πράγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πράγμα πράγματα
γενική πράγματος πραγμάτων
αιτιατική πράγμα πράγματα
κλητική πράγμα πράγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πράγμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɾaɣ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πράγμα και πράμα ουδέτερο

  1. κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας
  2. κάθε υλικό αντικείμενο σε αντιδιαστολή με τα ζώα
  3. ζήτημα, υπόθεση

Εκφράσεις[]

  • είμαι στα πράγματα
  • καλώς εχόντων των πραγμάτων
  • κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο)

32πχ Μεταφράσεις[]