πράττω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράττω < αρχαία ελληνική πράττω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πράττω, παρατ.: έπραττα, στιγμ. μέλλ.: θα πράξω, αόρ.: έπραξα

  1. κάνω, εκτελώ, ενεργώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράττω < πραγjω (ρίζα πραγ- με πρόσφυμα j + ω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας πράττω
Παρατατικός ἔπραττον
Μέλλοντας πράξω
Αόριστος ἔπραξα
Παρακείμενος πέπραχα
Υπερσυντέλικος ἐπεπράχειν, ἐπεπράγειν
Συντελεσμένος Μέλλοντας


πράττω και πράσσω (ιωνικός τύπος: πρήσσω)

  1. κάνω, εκτελώ, ενεργώ, καταγίνομαι με κάτι, ανάλογα με τις πτώσεις που συντασσόταν και την πρόθεση στις σύνθετες μορφές του
    πράττω τινι σήμαινε ότι κάνω σε κάποιον μια χάρη
    πράττω τινά χρήματα, σήμαινε απαιτώ από κάποιον λεφτά
    εὖ πράττω σήμαινε περνάω καλά, ευτυχώ με όσα πέτυχα
    κακώς πράττω σήμαινε δυστυχώ αλλά όχι από κακή τύχη, μα από λάθη μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]