πράττω
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πράττω < αρχαία ελληνική πράττω
[
]
Ρήμα
πράττω
- κάνω, εκτελώ, ενεργώ
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- πράττω < *πραγjω (ρίζα πραγ- με πρόσφυμα j + ω)
[
]
Ρήμα
| Αρχικοί Χρόνοι | Ενεργητική Φωνή | Μέση-Παθητική Φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | πράττω | |
| Παρατατικός | ἔπραττον | |
| Μέλλοντας | πράξω | |
| Αόριστος | ἔπραξα | |
| Παρακείμενος | πέπραχα | |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεπράχειν, ἐπεπράγειν | |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας |
πράττω και πράσσω (ιωνικός τύπος: πρήσσω)
- κάνω, εκτελώ, ενεργώ, καταγίνομαι με κάτι, ανάλογα με τις πτώσεις που συντασσόταν και την πρόθεση στις σύνθετες μορφές του
- πράττω τινι σήμαινε ότι κάνω σε κάποιον μια χάρη
- πράττω τινά χρήματα, σήμαινε απαιτώ από κάποιον λεφτά
- εὖ πράττω σήμαινε περνάω καλά, ευτυχώ με όσα πέτυχα
- κακώς πράττω σήμαινε δυστυχώ αλλά όχι από κακή τύχη, μα από λάθη μου
[
]
- πρακτήρ
- πραγματώδης
- πρᾶξις
- πρᾶγμα
- πραγματικός
- πρακτικός
- πραγματεία
- πράκτωρ
- πρακτόρειον
- πραγματεύομαι
- πεπραγμένα
- πραγματικότητα
- πράγματι
- πραγμάτωση
- πραγμάτευση
- πραγματευτής
- πραμάτεια
[
]
Σύνθετα
- ἀντιπράττω
- ἄπρακτος
- ἀπράγμων
- διαπράττω
- ευπραξία
- απρακτώ
- κοινοπραγώ
- πολυπραγμονώ
- κοινοπραγία
- διάπραξις
- εισπράττω
- είσπραξις
- συμπράττω
- σύμπραξις
- απραξία
- δυσπραγία
- άπρακτος
- ἔμπρακτος
- πολυπράγμων
- πολυπραγμοσύνη
- εισπράκτωρ
- διαπραγματεύομαι
- πραγματογνώμονας
- πραγματοποιώ
- πραγματοποίηση
- διαπραγμάτευση
- κοινοπραξία
- πραξικόπημα
- εχθροπραξίες