πρέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρέζα πρέζες
γενική πρέζας (πρεζών)
αιτιατική πρέζα πρέζες
κλητική πρέζα πρέζες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πρέζα < από το ιταλικό presa < prendere

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πρέζα θηλυκό (πληθυντικός : πρέζες)

  1. μικρή ποσότητα από ένα υλικό σε σκόνη ή σε κόκκους που μπορεί να πιάσει κανείς με τα δάχτυλα
    ρίξε στο φαγητό μια πρέζα αλάτι
    μια πρέζα ταμπάκο
  2. η ηρωίνη

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη