πρέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρέζα πρέζες
γενική πρέζας (πρεζών)
αιτιατική πρέζα πρέζες
κλητική πρέζα πρέζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρέζα < από το ιταλικό presa < prendere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρέζα θηλυκό (πληθυντικός : πρέζες)

  1. μικρή ποσότητα από ένα υλικό σε σκόνη ή σε κόκκους που μπορεί να πιάσει κανείς με τα δάχτυλα
    ρίξε στο φαγητό μια πρέζα αλάτι
    μια πρέζα ταμπάκο
  2. η ηρωίνη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]