πρέπει
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πρέπει: γ΄ ενικό του αρχαίου ρήματος πρέπω (απρόσωπη χρήση)
[
]
Ρήμα
πρέπει
- υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι
- για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις
- δεν πρέπει να λες ψέματα
- είναι απαραίτητο να γίνει κάτι
- πρέπει να φας κάτι
- για να πετύχει το σκοπό της, έπρεπε να δουλέψει σκληρά
- (επιρρηματικά) μάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι
- θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!
- δεν πρέπει να έχει και πολλή αυτοπεποίθηση, είναι πάντα τόσο συγκρατημένος
- ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον
- στους νεκρούς για την πατρίδα πρέπει ιδιαίτερος σεβασμός και τιμή
- δεν σου έπρεπε μια τέτοια σχέση
[
] Εκφράσεις
- όπως πρέπει : όπως θεωρείται σωστό, όπως αρμόζει
- ό,τι πρέπει : ακριβώς ό,τι είναι ωφέλιμο ή χρήσιμο, ακριβώς ό,τι χρειάζεται
- ένα καλό φαγητό είναι ό,τι πρέπει μετά από μια κοπιαστική μέρα