πρίσμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πρίσμα | πρίσματα |
| γενική | πρίσματος | πρισμάτων |
| αιτιατική | πρίσμα | πρίσματα |
| κλητική | πρίσμα | πρίσματα |
[
]
Ετυμολογία
- πρίσμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πρίσμα ουδέτερο
- (μαθηματικά) πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο
- (οπτική) διαφανές αντικέμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
- (συνεκδοχικά) τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης
- Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.