πρίσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρίσμα πρίσματα
γενική πρίσματος πρισμάτων
αιτιατική πρίσμα πρίσματα
κλητική πρίσμα πρίσματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πρίσμα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πρίσμα ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο
  2. (οπτική) διαφανές αντικέμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
  3. (συνεκδοχικά) τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης
    Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες