πρεσβυωπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρεσβυωπία πρεσβυωπίες
γενική πρεσβυωπίας (πρεσβυωπιών)
αιτιατική πρεσβυωπία πρεσβυωπίες
κλητική πρεσβυωπία πρεσβυωπίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πρεσβυωπία < νεολατινική (τεχνητός ιατρικός όρος) presbyopia < πρέσβυς + ὤψ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πρεσβυωπία θηλυκό

  1. αδυναμία των ματιών να εστιάσουν σε κοντινά αντικείμενα που εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένους (κωδικός ICD-10 "H52.4")

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες