πρεσβύτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρεσβύτερος πρεσβύτεροι
γενική πρεσβυτέρου
& πρεσβύτερου
πρεσβυτέρων
& πρεσβύτερων
αιτιατική πρεσβύτερο πρεσβυτέρους
& πρεσβύτερους
κλητική πρεσβύτερε πρεσβύτεροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρεσβύτερος < αρχαία ελληνική , συγκριτικός βαθμός του πρέσβυς

Open book 01.svg Επίθετο[]

πρεσβύτερος, -η, -ο

  1. ο μεγαλύτερος σε ηλικία από κάποιον άλλον, ο γεροντότερος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

νεότερος

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

πρεσβύτερος αρσενικό

  1. ηλικιωμένος άντρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

πρεσβύτερος αρσενικό , πρεσβυτέρα θηλυκό

  1. παντρεμένος παπάς