πριονίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πριονίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
πριονίζω
Εκφράσεις [
]
- πριονίζω το κλαδί που κάθομαι: από ανοησία κάνω κάτι που σε λίγο θα οδηγήσει στην καταστροφή μου