πριονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πριονίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα []

πριονίζω

  1. κόβω κάτι με πριόνι

Εκφράσεις []

  • πριονίζω το κλαδί που κάθομαι: από ανοησία κάνω κάτι που σε λίγο θα οδηγήσει στην καταστροφή μου

32πχ Μεταφράσεις []