προβοσκίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προβοσκίδα προβοσκίδες
γενική προβοσκίδας προβοσκίδων
αιτιατική προβοσκίδα προβοσκίδες
κλητική προβοσκίδα προβοσκίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προβοσκίδα < αρχαία ελληνική προβοσκίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προβοσκίδα θηλυκό

  1. σαρκώδης επιμήκυνση της μύτης ή και του επάνω χείλους μερικών ζώων π.χ. ελέφαντα
  2. (μεταφορικά) ύφος που δείχνει ενόχληση, απαρέσκεια
    τι του κάνατε αυτού και έχει κατεβάσει μια προβοσκίδα μέχρι το πάτωμα;

32πχ Μεταφράσεις[]