προειδοποιώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- προειδοποιώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
προειδοποιώ
- ειδοποιώ κάποιον για κάτι αρνητικό που θα συμβεί ή ενδέχεται να συμβεί στο μέλλον
- γνωστοποιώ σε κάποιον έναν μελλοντικό κίνδυνο
- απειλώ κάποιον με τις συνέπειες που πιθανόν θα έχουν οι πράξεις του ώστε να τον αποτρέψω από αυτές