προεξέχων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- προεξέχων < αρχαία μετοχή ενεστώτα του ρήματος προεξέχω
[
]
Μετοχή
προεξέχων, -ουσα, -ον
- που προεξέχει
- Πρέπει να αναρτηθεί από το προεξέχον' τμήμα/την προεξέχουσα δοκό
- που έχει διακριθεί, ο διακεκριμένος, ο διαπρεπής