προκαταβολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προκαταβολή προκαταβολές
γενική προκαταβολής προκαταβολών
αιτιατική προκαταβολή προκαταβολές
κλητική προκαταβολή προκαταβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προκαταβολή < μεταγενέστερη ελληνική < προκαταβάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προκαταβολή θηλυκό

  • ένα χρηματικό ποσό που πληρώνεται προτού ολοκληρωθεί η συναλλαγή· συχνά πρόκειται μόνο για ένα τμήμα του συνολικού ποσού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]