προκύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκύπτω < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προκύπτω

  1. (στο γ' ενικό) για κάτι που έρχεται ως αποτέλεσμα
    από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι το καινούριο
  2. (στο γ' ενικό) για κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα
    την τελευταία στιγμή προέκυψε μια δυσκολία
  3. (απρόσωπο) εξάγεται ως συμπέρασμα
    από την έρευνα προκύπτει ότι ο ιός μεταλλάχτηκε


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]