προνόμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προνόμιο προνόμια
γενική προνομίου προνομίων
αιτιατική προνόμιο προνόμια
κλητική προνόμιο προνόμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προνόμιο < ελληνιστική κοινή προνόμιον < πρό + νόμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈnɔ.mi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προνόμιο ουδέτερο

  1. δικαίωμα ή αγαθό που ανήκει ή έχει παραχωρηθεί σε κάποιον ή κάποιους κατ' εξαίρεση
    ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε προνόμια στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης
  2. αγαθό που το απολαμβάνουν συγκεκριμένα άτομα ή ομάδα ή κοινωνική τάξη
    πριν τον 20ο αιώνα η ενασχόληση με την επιστήμη ήταν αποκλειστικά ανδρικό προνόμιο
    η εκπαίδευση δεν είναι πια προνόμιο των λίγων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]