προπετής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- προπετής < αρχαία ελληνική προπετής
Επίθετο [
]
προπετής, -ής, -ές και προπέτης
Μεταφράσεις [
]
προπετής
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
προπετής < προ- + -πετής (θέμα "πετ" του πίπτω)
Επίθετο [
]
προπετής
- που κλίνει (δηλαδή που γέρνει, που πέφτει) προς τα εμπρός
- (μεταφορικά) αυτός που αγγίζει κάτι "πέφτοντας"
- (μεταφορικά) επιρρεπής σε κάτι
- (μεταφορικά) που ενεργεί απερίσκεπτα
- (μεταφορικά) αυθάδης
- (μεταφορικά) (για κλήρο) που εμφανίστηκε απροσδόκητα