προπετής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπετής < αρχαία ελληνική προπετής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προπετής, -ής, -ές και προπέτης

  1. αναιδής, θρασύς, ιταμός
  2. βιαστικός, απερίσκεπτος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπετής < προ- + -πετής (θέμα "πετ" του πίπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προπετής

  1. που κλίνει (δηλαδή που γέρνει, που πέφτει) προς τα εμπρός
  2. (μεταφορικά) αυτός που αγγίζει κάτι "πέφτοντας"
  3. (μεταφορικά) επιρρεπής σε κάτι
  4. (μεταφορικά) που ενεργεί απερίσκεπτα
  5. (μεταφορικά) αυθάδης
  6. (μεταφορικά) (για κλήρο) που εμφανίστηκε απροσδόκητα