προσέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : προέχω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσέχω < αρχαία ελληνική προσέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσέχω

  1. παρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον
  2. είμαι συγκεντρωμένος
  3. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
  4. φροντίζω, περιποιούμαι
  5. συμπαθώ
  6. προφυλάσσω, προφυλάσσομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσέχω < πρός + ἔχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσέχω

  1. έχω παραπάνω
  2. φέρνω κάτι κάπου
  3. (μεταφορικά) μπλέκομαι σε κάτι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]