προσθέτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- προσθέτω < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός + τίθημι
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɾɔs.ˈθɛ.tɔ/
Ρήμα
- προσθέτω
- αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης
- ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
- ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω
- η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
- επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο
- αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
- συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού
- προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
- βάζω κάτι επιπλέον
- πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
- μιλάω συμπληρωματικά για κάτι
- στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
- συνυπολογίζω
- αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι