προσκοπισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσκοπισμός προσκοπισμοί
γενική προσκοπισμού προσκοπισμών
αιτιατική προσκοπισμό προσκοπισμούς
κλητική προσκοπισμέ προσκοπισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσκοπισμός < πρόσκοπος + -ισμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.skɔ.pi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προσκοπισμός αρσενικό

  1. μια εθελοντική, μη πολιτική παιδαγωγική κίνηση, για νέους ανθρώπους, ανοικτή σε όλους, χωρίς διάκριση καταγωγής, φυλής ή πίστης, με σκοπό να συμβάλει στην ανάπτυξη των νέων σωματικά, διανοητικά, κοινωνικά και πνευματικά μέσω της αλληλοεκπαίδευσης με έμφαση στην υπαίθρια ζωή.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]