προσοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσοχή -
γενική προσοχής -
αιτιατική προσοχή -
κλητική προσοχή -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσοχή < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προσοχή

  1. η συγκέντρωση των πνευματικών δυνάμεων και των αισθήσεων σε ένα αντικείμενο ή ερέθισμα
    .. η μια στάθηκεν, άπλωσε στο χέρι της το καπέλλο της άλλης και με μεγάλη προσοχή, με μεγαλείτερη στοργή, της διώρθωσεν.....αλήθεια πως να το διηγηθώ; — της διώρθωσε τη θέση κάποιου άνθους που είχε γύρει, σαν να διώρθωνε το μεγάλο λάθος της ύπαρξής των! (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Οι Αδελφές", Πεζοί Ρυθμοί, 1922)
  2. η πνευματική κατάσταση που αποτελεί προϋπόθεση για την αποφυγή κινδύνων
    Είσαι μικρό ακόμη για εργαλεία σαν αυτό, το ψαλίδι θέλει μεγάλη προσοχή
    το μικρό παιδί διέφυγε την προσοχή μας και σκόνταψε στο λάκκο με τις λάσπες
  3. στρατιωτικό παράγγελμα σε αντιδιαστολή προς την ανάπαυση


32πχ Μεταφράσεις[]