προτεραιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προτεραιότητα προτεραιότητες
γενική προτεραιότητας προτεραιοτήτων
αιτιατική προτεραιότητα προτεραιότητες
κλητική προτεραιότητα προτεραιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προτεραιότητα < αρχαία ελληνική προτεραῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.tɛ.ɾɛ.ˈɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προτεραιότητα θηλυκό

  1. το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
    οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα
  2. το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων
    αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης
  3. το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα
    σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]