προφύλαξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προφύλαξη προφυλάξεις
γενική προφύλαξης
& προφυλάξεως
προφυλάξεων
αιτιατική προφύλαξη προφυλάξεις
κλητική προφύλαξη προφυλάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προφύλαξη < προφύλαξις < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προφύλαξη θηλυκό

  1. μέριμνα, φροντίδα, λήψη μέτρων για προστασία προτού συμβεί κάτι, προληπτικά
    Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται προφύλαξη από το κρύο, γιατί τυχόν πνευμονία μπορεί να αποβεί μοιραία
  2. πρόχειρος τρόπος αναφοράς στα μέτρα αυτά καθαυτά που παίρνει κάποιος για να προφυλαχθεί
    Πρέπει να παίρνεις προφυλάξεις παιδί μου όταν κάνεις σεξ


32πχ Μεταφράσεις[]