πρωινό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρωινό πρωινά
γενική πρωινού πρωινών
αιτιατική πρωινό πρωινά
κλητική πρωινό πρωινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρωινό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρωινός· για τη σημασία γεύμα βλέπε και μεταγενέστερη ελληνική πρωινόν ἔμβρωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρωινό ουδέτερο

  1. το πρωί
    Ξεκίνησα ένα πρωινό / κάτω από διάφανο ουρανό / με ρυθμικό το βήμα. (Μαρία Πολυδούρη, από τη συλλογή «Ηχώ στο Χάος»)
  2. το γεύμα που τρώμε το πρωί, το πρόγευμα

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

πρωινό