πρόοδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
πρόοδος θηλυκό (πληθυντικός: πρόοδοι)
- Η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο.
- Βλέπω τις προόδους που κάνεις στο σχολείο και χαίρομαι!
Συγγενικές λέξεις
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Προφορά
- ΔΦΑ : /'pɾo̞.o̞.ðo̞s/