πρόσβαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πρόσβαση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πρόσβαση θηλυκό (πληθυντικός : προσβάσεις)