πρόσβαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- πρόσβαση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
πρόσβαση θηλυκό (πληθυντικός : προσβάσεις)
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)