πρόσκαιρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πρόσκαιρος πρόσκαιρη πρόσκαιρο
γενική πρόσκαιρου πρόσκαιρης πρόσκαιρου
αιτιατική πρόσκαιρο πρόσκαιρη πρόσκαιρο
κλητική πρόσκαιρε πρόσκαιρη πρόσκαιρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόσκαιροι πρόσκαιρες πρόσκαιρα
γενική πρόσκαιρων πρόσκαιρων πρόσκαιρων
αιτιατική πρόσκαιρους πρόσκαιρες πρόσκαιρα
κλητική πρόσκαιροι πρόσκαιρες πρόσκαιρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρόσκαιρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

πρόσκαιρος

  • που διαρκεί ή ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα, προσωρινός


32πχ Μεταφράσεις[]