πρόσληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρόσληψη < αρχαία ελληνική πρόσληψις < προσλαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρόσληψη θηλυκό

  1. η αποδοχή ενός ατόμου στο εργατικό δυναμικό μιάς επιχείρησης ή η ανάθεση σε αυτόν μιας μόνιμης εργασίας έναντι σταθερής αμοιβής
  2. (διατροφολογία)η αποδοχή, μεταβόλιση και αφομοίωση διατροφικών στοιχειων από τον οργανισμό
  3. (ψυχολογία)η αντίληψη και αποδοχή νέων παραστάσεων


32πχ Μεταφράσεις[]

εργασιακή σχέση

διατροφική απορρόφηση