πταίσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πταίσμα πταίσματα
γενική πταίσματος πταισμάτων
αιτιατική πταίσμα πταίσματα
κλητική πταίσμα πταίσματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πταίσμα < αρχαία ελληνική πταῖσμα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πταίσμα ουδέτερο

  1. (νομικός όρος) η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
  2. σφάλμα, παράπτωμα
  3. ασήμαντο σφάλμα συγκριτικά με κάτι άλλο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες