πταίσμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πταίσμα | πταίσματα |
| γενική | πταίσματος | πταισμάτων |
| αιτιατική | πταίσμα | πταίσματα |
| κλητική | πταίσμα | πταίσματα |
[
]
Ετυμολογία
- πταίσμα < αρχαία ελληνική πταῖσμα
[
]
Ουσιαστικό
πταίσμα ουδέτερο
- (νομικός όρος) η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
- σφάλμα, παράπτωμα
- ασήμαντο σφάλμα συγκριτικά με κάτι άλλο