πτηνό

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

πτηνό < αρχαία ελληνική πτηνόν < πτηνός, πετάμενος < πέτομαι

Ουσιαστικό

πτηνό ουδέτερο

Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες