πτυχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πτυχή | πτυχές |
| γενική | πτυχής | πτυχών |
| αιτιατική | πτυχή | πτυχές |
| κλητική | πτυχή | πτυχές |
[
]
Ετυμολογία
- πτυχή < πτύσσω (διπλώνω)
[
]
Ουσιαστικό
πτυχή θηλυκό
- η αναδίπλωση μιας επιφάνειας ώστε να ακουμπήσει η μία πλευρά της στην άλλη. Η κάμψη ενός υλικού ελαστικού όπως το ύφασμα αλλά και σκληρού, όπως του γήινου φλοιού, όταν αυτό υφίσταται τεράστιες πιέσεις και κάμπτεται.
- οι πτυχές (και πτυχώσεις) του εδάφους, οι γκρεμοί, τα φαράγγια, η χαράδρες
- η πτυχή της φούστας
- με τη μετάφορική έννοια, ο χώρος η οι περιστάσεις που μπορεί να κρύβουν κάτι -συνήθως αλλά όχι πάντα, αρνητικό- από την κοινή θέα
- Αυτό αποτελεί μια αθέατη πτυχή του προβλήματος (κρυμμένη παράμετρος)
- Η συνέντευξη φώτισε μια άγνωστη πτυχή της ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη
- Η έρευνα φανέρωσε μια σκοτεινή πτυχή της προσωπικότητάς του
- όρος της γεωλογικής επιστήμης, όπου η πτυχή θεωρείται ειδική δομή και κατηγοριοποιείται ανάλογα με το μηχανισμό γένεσής της π.χ. σε γνήσιες και μη γνήσιες πτυχές
- όρος της ανατομίας, όπου αναφέρονται οι φωνητικές πτυχές, η αυχενική πτυχή, η νηστιδοδωδεκαδακτυλική πτυχή, η οσχεοπεϊκή πτυχή και άλλες πτυχές του δέρματος ή των εσωτερικών οργάνων
- διαφορετικές μορφές τέχνης
- «ύμνων πτυχαί» λέγονταν παλαιότερα οι διάφορες μορφές ποίησης
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
- πτύξη στα ιστιοφόρα, το μάζεμα των πανιών
- πτύσσομαι
- πτυσσόμενο
- συμπτύσσομαι
- αναπτύσσομαι
- πτυχίο
- πτυχιούχος
- ανάπτυξη
- πτύχωση
- πτυχώνω
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
πτυχή