πυγολαμπίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πυγολαμπίδα | πυγολαμπίδες |
| γενική | πυγολαμπίδας | πυγολαμπίδων |
| αιτιατική | πυγολαμπίδα | πυγολαμπίδες |
| κλητική | πυγολαμπίδα | πυγολαμπίδες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pi.ɣɔ.laɱ.ˈbi.ða/
[
]
Ουσιαστικό
προνύμφη πυγολαμπίδας
πυγολαμπίδα θηλυκό
- (εντομολογία) έντομο κολεόπτερο που έχει την ικανότητα να παράγει φως με βιολογικό τρόπο (συνήθως από το πίσω μέρος του σώματός του)
- μέσα στη νύχτα είδε τις πυγολαμπίδες να πετούν μπροστά του
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
πυγολαμπίδα