πυκνωτής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πυκνωτής | πυκνωτές |
| γενική | πυκνωτή | πυκνωτών |
| αιτιατική | πυκνωτή | πυκνωτές |
| κλητική | πυκνωτή | πυκνωτές |
[
]
Ετυμολογία
- πυκνωτής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πυκνωτής αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
πυκνωτής