πυρίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρίτης < αρχαία ελληνική πυρίτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρίτης αρσενικό

  1. ο πυριτόλιθος/ Ως πυρίτης εννοείται συνηθως ο σιδηροπυρίτης, αλλά συχνά και ο χαλκοπυρίτης


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρίτης < πῦρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρίτης (γεν. τού πυρίτου)

  1. το ορυκτό χαλκοπυρίτης, ο πυριτόλιθος
  2. εκείνος που καταγίνεται με τη φωτιά, ο σιδηρουργός