πυρκαγιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυρκαγιά πυρκαγιές
γενική πυρκαγιάς πυρκαγιών
αιτιατική πυρκαγιά πυρκαγιές
κλητική πυρκαγιά πυρκαγιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυρκαγιά < πυρκαϊά < αρχαία ελληνική πῦρ + καίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /piɾ.ka'ʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυρκαγιά θηλυκό (& πυρκαϊά)

  1. φωτιά μεγάλης έκτασης
    Η πυρκαγιά στο βουνό Πάρνηθα ακόμα να κοπάσει, κάηκε όλη η πλευρά του βουνού.
    Η πυρκαγιά είναι μια γωτιά εφάμιλη μιας φυσικής καταστροφής.

32πχ Μεταφράσεις[]