πυρκαϊά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυρκαϊά θηλυκό


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυρκαϊά < πῦρ + καίω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυρκαϊά (& ιωνικός τύπος πυρκαϊή )

  1. ποιητική λέξη για την φωτιά
  2. τόπος όπου ανάβουν το πυρ,
  3. νεκρική πυρά
  4. ο εμπρησμός
  5. η αγριελιά, που βλασταίνει από ελιά που έχει καεί
  6. η φλόγα του έρωτα