πυρσός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυρσός πυρσοί
γενική πυρσού πυρσών
αιτιατική πυρσό πυρσούς
κλητική πυρσέ πυρσοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυρσός < αρχαία ελληνική πυρσός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυρσός αρσενικό

  1. φορητό αντικείμενο στην άκρη του οποίου καίει φωτιά για να φωτίζει τη νύχτα


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυρσός < πῦρ


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυρσός

  1. ο πυρσός
  2. (στην δωρική) ο ξανθός, ο κοκκινόξανθος, ο ερυθροκίτρινος, ο ερυθρωπός (αυτός ο οποίος στην αττική λεγόταν πυρρός, ή πυρρόχρους, πυρωπός, πυρώδης)