πόδι
Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από πόδια)
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόδι | πόδια |
| Γενική | ποδιού | ποδιών |
| Αιτιατική | πόδι | πόδια |
| Κλητική | πόδι | πόδια |
Ετυμολογία
πόδι < αρχαία ελληνική πούς, γενική ποδ-ός
Ουσιαστικό
πόδι ουδέτερο
- άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
- το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο
- (έπιπλα, αντικείμενα) τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
- (γεωγραφία) επιμήκης χερσόνησος
- μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
- (σπάνιο) ομάδα συλλαβών σε ένα στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο
Εκφράσεις
- είμαι με το ένα πόδι στον τάφο : είμαι ετοιμοθάνατος
- Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δεν σταματάει να δουλεύει!
- είμαι στο πόδι : στέκομαι όρθιος
- Κάτσε να σε δούμε και λίγο, όλο στο πόδι είσαι!
- με τα πόδια : περπατώντας
- Πήγε στο σταθμό με τα πόδια
- (μένω) στο πόδι : μένω όρθιος επειδή δεν έχω χρόνο (επειδή με χρειάζονται κάθε τόσο)
- Ολόκληρη τη βραδιά την πέρασε στο πόδι.
- μου κόπηκαν τα πόδια : τρόμαξα πολύ → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
- Μόλις τον είδε, του κόπηκαν τα πόδια.
- (μπερδεύομαι) στα πόδια (κάποιου) : είμαι διαρκώς κοντά σε κάποιον
- Πήγαινε να παίξεις αντί να είσαι διαρκώς στα πόδια μου!
- Παίρνω πόδι : με διώχνουν από ένα μέρος
- Άντε πάλι, ο γιος του πήρε πόδι κι από την καινούργια του δουλειά!
- (πατάω/περπατάω) στις μύτες των ποδιών μου (ή στα νύχια μου : περπατώ προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο
- Μπήκε στο δωμάτιό τους στις μύτες των ποδιών του για να μην τους ξυπνήσει.
- πατώ πόδι : επιμένω
- Πάτα πόδι, μην τον αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει!
- Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να βρει μια θέση στο γιο του.
- σέρνω τα πόδια μου : περπατώ αργά επειδή είμαι πολύ κουρασμένος
- Έσερνε τα πόδια του, ήταν ψόφιος απ'την κούραση!
- το βάζω στα πόδια : φεύγω τρέχοντας επειδή φοβάμαι
- Μόλις τον είδε, το έβαλε στα πόδια.
- του έχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι : τον διευθύνει, έχει απόλυτη εξουσία πάνω του
- Η γυναίκα του τούχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι!
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
- κεφαλόποδα
- ποδαρόδρομος
- ποδήλατο, ποδηλάτης, ποδηλασία
- ποδοκίνητος
- ποδοβολητό
- ποδόγυρος
- ποδόλουτρο
- ποδοπατώ
- ποδόσφαιρο
Συνώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ανθρώπινο πόδι
|
|
πόδι των ζώων