πόλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόλος πόλοι
γενική πόλου πόλων
αιτιατική πόλο πόλους
κλητική πόλε πόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόλος < αρχαία ελληνική πόλος < πέλω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (κινώ, γυρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόλος αρσενικό

  1. το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος
    Βόρειος Πόλος, Νότιος Πόλος
  2. το καθένα από τα δύο άκρα του άξονα του μαγνητικού πεδίου της γης
    ο μαγνητικός Βόρειος Πόλος της γης δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον γεωγραφικό Βόρειο Πόλο
  3. το καθένα από τα δύο άκρα μιας ηλεκτρικής πηγής, μεταξύ των οποίων υπάρχει διαφορά δυναμικού
    ο θετικός και ο αρνητικός πόλος μιας μπαταρίας
  4. (μεταφορικά) κάτι που έχει ελκτική δύναμη
    αυτό το αξιοθέατο είναι πόλος έλξης τουριστών
  5. τμήμα των επισκοπικών αμφίων
  6. κάλυμμα της κεφαλής των θεαινών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]