πόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πόνος | πόνοι |
| γενική | πόνου | πόνων |
| αιτιατική | πόνο | πόνους |
| κλητική | πόνε | πόνοι |
[
]
Ετυμολογία
- πόνος < αρχαία ελληνική πόνος (: κόπος)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πόνος αρσενικό
- δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
- ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος
- λέγεται επίσης για τα δυσάρεστα συναισθήματα, όπως θλίψη, στεναχώρια
- τον κοίταξε με πόνο
- σπανίως, σε τοπικές διαλέκτους, έχει διασωθεί και η αρχαιοελληνική έννοια του μόχθου και του κόπου
[
] Εκφράσεις
- οι πόνοι : οι ωδίνες του τοκετού
- τον έπιασε ο πόνος για κάτι : λέγεται ειρωνικά για κάποιον που ξαφνικά ενδιαφέρεται για κάτι, αν και ως τώρα αδιαφορούσε τελείως
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
- άλγος (για σύνθετα, κλπ.)
[
]
Μεταφράσεις
πόνος