πόρνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρνος πόρνοι
γενική πόρνου πόρνων
αιτιατική πόρνο πόρνους
κλητική πόρνε πόρνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρνος < αρχαία ελληνική πόρνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόρνος αρσενικό

  1. άντρας που, όπως οι γυναίκες πόρνες, προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρημάτων
  2. άντρας που έρχεται συχνά σε επαφή με πόρνες

32πχ Μεταφράσεις[]