πόρνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρνος πόρνοι
γενική πόρνου πόρνων
αιτιατική πόρνο πόρνους
κλητική πόρνε πόρνοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πόρνος < αρχαία ελληνική πόρνη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πόρνος αρσενικό

  1. άντρας που, όπως οι γυναίκες πόρνες, προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρημάτων
  2. άντρας που έρχεται συχνά σε επαφή με πόρνες

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες