πόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρος πόροι
γενική πόρου πόρων
αιτιατική πόρο πόρους
κλητική πόρε πόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρος < αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

πόρος αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
    οι πόροι του δέρματος
  2. τα υλικά μέσα
    δεν έχει πόρους για να ζήσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []